Βαβέλ Reconstructed: 6 άνθρωποι μιλούν για τις γλώσσες!

Δυσκολεύομαι να βρω την κατάλληλη εισαγωγή για να μιλήσω για τις ξένες γλώσσες στην Ελλάδα. Γλωσσομαθείς, καθηγητές, μαθητές, μεταφραστές, εκδότες, όλοι έχουν να παραθέσουν τη δική τους εμπειρία και δύσκολα ένας γενικευμένος πρόλογος θα τους ικανοποιήσει όλους...

Γράφει η Γιώτα Μπουγά

Δυσκολεύομαι να βρω την κατάλληλη εισαγωγή για να μιλήσω για τις ξένες γλώσσες στην Ελλάδα. Γλωσσομαθείς, καθηγητές, μαθητές, μεταφραστές, εκδότες, όλοι έχουν να παραθέσουν τη δική τους εμπειρία και δύσκολα ένας γενικευμένος πρόλογος θα τους ικανοποιήσει όλους, τη στιγμή που η απόσταση ανάμεσα στο “πήρα το lower στα 15 και τελείωσα με τις γλώσσες” και το “μαθαίνω κινέζικα για να κάνω τη διαφορά στη δουλειά μου” είναι μεγάλη.

Αλήθεια, όμως, είναι όντως τόσο μεγάλη αυτή η απόσταση; Μπορεί και όχι, τελικά. Και στις δύο περιπτώσεις εξακολουθούμε να μιλάμε για ξένες γλώσσες. Η εμπειρία που περιγράφεται είναι απλά διαφορετική. Οι λόγοι που τη διαμόρφωσαν είναι πολλοί, ενδιαφέρον, κλίση, προτροπή των γονιών, σπουδές, εργασία ή -σε κάποιες άλλες περιπτώσεις- για ευρύτερη καλλιέργεια, ταξίδι, λόγω ελεύθερου χρόνου ή και συνταξιοδότησης. (Αποδεδειγμένα η εκμάθηση μια ξένης γλώσσας σε μεγάλη ηλικία μειώνει τις πιθανότητες να νοσήσει κάποιος από Alzheimer.)

cov2

Για να καθορίσουμε, όμως, την απόσταση ανάμεσα στις περιπτώσεις των δύο παραπάνω παραδειγμάτων, ζητήσαμε από 6 ανθρώπους να μας μιλήσουν για τη δική τους γλωσσική εμπειρία και παράλληλα να μας μεταφέρουν την άποψή τους ως προς τις ξένες γλώσσες που επιλέγουν να μάθουν οι νέοι και όχι μόνο σπουδαστές -γλωσσών- στην Ελλάδα, καθώς και να σκιαγραφηθούν οι λόγοι των προτιμήσεων αυτών.

Αν και η αρχικά ιδέα ήταν κάθε ένας από τους παραπάνω “συνομιλητές” μου να αποτελέσει μια ξεχωριστή ενότητα στο “άρθρο” μου, ανάλογα με τις γλώσσες που μιλά, τον επαγγελματικό χώρο από τον οποίο προέρχεται, τις εμπειρίες αλλά και τα ενδιαφέροντά του, πολλές από τις απαντήσεις που έλαβα αλληλοσυμπληρώνονται, θέτουν νέα ερωτήματα ή και απαντούν η μία στην άλλη, με αποτέλεσμα να “ανοίξει μπροστά μου μια μεγάλη συζήτηση” με τεράστιο γλωσσικό -και όχι μόνο- ενδιαφέρον!

Στη “συζήτηση” που άνοιξε, λοιπόν, συμμετέχουν, ξεκινώντας από τις κυρίες: η κα Τίνα Ζωγοπούλου -Διευθύντρια του Κέντου Ξένων Γλωσσών και των Εκδόσεων Perugia, η κα Ελένη Καρακίτσιου -Βοηθός Διαχειρίστρια Προγραμμάτων στο Ίδρυμα Μποδοσάκη-, ο κ. Παναγιώτης Αλεβαντής -Υπεύθυνος Γραφείου Αθηνών, Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης, Ευρωπαϊκή Επιτροπή-, ο κ. Matias Καγιάς -Υποψήφιος διδάκτορας στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης, ETH- o κ. Χρήστος Κωτσακόπουλος -Καθηγητής Ισπανικής Γλώσσας- και ο κ. Θωμάς Παππάς -Web Project Administrator στο Διεθνές Προεδρείο του Erasmus Students Network.

Το έναυσμα δίνει ο κ. Αλεβαντής, συμπυκνώνοντας σε δύο παραγράφους τους λόγους για τους οποίους μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα:

1
(Παναγιώτης Αλεβαντής)

Οι γλώσσες που αποφασίζουμε να μάθουμε εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. Συνήθως, τις αποφάσεις που παίρνουν οι γονείς μας, αλλά και το μελλοντικό μας επάγγελμα, τη χώρα στην οποία θέλουμε να πάμε για σπουδές ή για εργασία, τον άντρα ή την γυναίκα που θα ερωτευθούμε … Πολλά εξαρτώνται επίσης από τις ικανότητές μας – τις ξένες γλώσσες μερικοί τις μαθαίνουν ευκολότερα ενώ άλλοι δυσκολεύονται.

Επειδή η σχετική επένδυση είναι μακροχρόνια, η εκμάθηση μιας πρώτης ή και δεύτερης ξένης γλώσσας ενδείκνυται να αρχίσει από πολύ μικρή ηλικία. Η συναφής δαπάνη μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με την εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας για εξάσκηση. Όπως επαφή με ξενόγλωσσους σε Ελλάδα και εξωτερικό, ακρόαση και παρακολούθηση ξένων ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, διαδικτυακή αλληλογραφία κλπ.

Η κα Ζωγοπούλου, από την πλευρά του εκπαιδευτικού, έρχεται να προσθέσει στους παραπάνω λόγους τόσο το “μεράκι” και την ικανοποίηση ενός δασκάλου -που αποτελεί έμπνευση για τους μαθητές του- όσο και την ύπαρξη πλέον του κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού για την εκμάθηση μιας γλώσσας -διαδεδομένης ή μη:

Είναι μεγάλη ικανοποίηση για μένα να ακούω μέσα στη σχολή συνομιλίες στα ρωσικά, στα κινεζικά, στα αραβικά, στα σουηδικά. Την είχα ανάγκη φαίνεται, αυτή την πολυπολιτισμικότητα, είμαι ευτυχής που σε αυτόν τον κήπο άνθισαν σιγά-σιγά και τόσα άλλα λουλούδια εκτός από τα ιταλικά.

Σήμερα υπάρχει αρκετό εκπαιδευτικό υλικό για την εκμάθηση των λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών. Οι εκδόσεις Perugia σαν το μπροστάρικο κριάρι άνοιξαν δρόμο, το λέω χωρίς έπαρση, φτιάξαμε αγορά, κινητοποιήθηκαν και άλλοι φορείς για τη συγγραφή/έκδοση/εισαγωγή βιβλίων και για τις εξετάσεις πιστοποίησης.

Μπορεί οι λόγοι για να ασχοληθεί κάποιος με μία ξένη γλώσσα να είναι αρκετοί, όλοι οι συνομιλητές μου, όμως, στέκονται, όμως, στα αγγλικά και στη σημασία τους. Χαρακτηριστικά:

PIC_1
(από δεξιά προς αριστερά: Χρήστος Κωτσακόπουλος, Ελένη Καρακίτσιου, Θωμάς Παππάς)

Τα αγγλικά αναμφίβολα αποτελούν τη lingua franca universalis και θα συνεχίσουν να είναι για πολλές δεκαετίες ακόμα, αναφέρει ο Χρήστος Κωτσακόπουλος.

…διότι θέλοντας ή μη τα αγγλικά τουλάχιστον αποτελούν απαραίτητη ξένη γλώσσα για όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής μας, μας λέει η Ελένη Καρακίτσιου.

Εκτός από τα Αγγλικά που είναι πλέον βασικά για την γενιά μου… το Πολυτεχνείο της Ζυρίχης έχει διεθνή χαρακτήρα και για το λόγο αυτό τα Αγγλικά είναι η κυρία γλώσσα διεξαγωγής διδακτορικών διατριβών, επισημαίνει ο Ματίας Καγιάς.

Τέλος, ο Θωμάς, μιλώντας για τη γλώσσα επικοινωνίας του -προγράμματος- Erasmus, παρατηρεί:

Πέραν της γλώσσας της χώρας του Erasmus και των αγγλικών γενικά δεν έχω παρατηρήσει κάποια ανάγκη για άλλη γλώσσα.

Σημαντικά το δίχως άλλο τα αγγλικά στην Ευρώπη, τί θα γίνει, όμως, μετά το Brexit; Την απάντηση σπεύδει να δώσει ο κ. Αλεβαντής:

Το γλωσσικό καθεστώς της ΕΕ είναι σαφές. Με βάση τη Συνθήκη οι επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ καθορίζονται – ομόφωνα – από το Συμβούλιο. Έτσι έγινε το 1958 με τον πρώτο κανονισμό που εξέδωσε το Συμβούλιο και τον οποίον στη συνέχεια τροποποίησε μετά από κάθε διεύρυνση ώστε να συμπεριλάβει τις επιπλέον επίσημες γλώσσες. Στις σημερινές 24 επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας περιλαμβάνονται τα αγγλικά. Μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τα αγγλικά θα συνεχίσουν να είναι επίσημες γλώσσες δύο κρατών μελών της ΕΕ, ήτοι της Ιρλανδίας και της Μάλτας. Δεδομένου ότι το γλωσσικό καθεστώς καθορίζεται όπως είπαμε από το Συμβούλιο, θα μου επιτρέψετε να μην κάνω προβλέψεις για τις μελλοντικές εξελίξεις.

5

IMG_20160910_184751_20160912012702504
(Θωμάς Παππάς -πάνω-, Χρήστος Κωτσακόπουλος -κάτω)

Όσο, όμως, εμείς συζητάμε το Brexit, μια δεύτερη γλώσσα, πέραν των αγγλικών, φαίνεται πως έρχεται πρώτη στις προτιμήσεις των σπουδαστών στη χώρα μας. Ο Θωμάς επισημαίνει ότι η Ισπανία είναι τόσο η χώρα που στέλνει όσο και η χώρα που δέχεται τους περισσότερους φοιτητές Erasmus και ο Χρήστος έρχεται να συμπληρώσει τους λόγους της “δημοφιλίας” αυτής των ισπανικών στην Ελλάδα τουλάχιστον:

Είναι αλήθεια ότι η ισπανική γλώσσα έχει κατακτήσει το ελληνικό γλωσσομαθές κοινό την τελευταία δεκαετία, παρά τις αντιξοότητες της παρούσας οικονομικής συγκυρίας. Μάλιστα παρατηρείται χρόνο με το χρόνο όλο και μεγαλύτερη ποικιλομορφία στο μαθητικό κοινό που αποφασίζει να την επιλέξει ακόμη και ως πρώτη ξένη γλώσσα. Φέτος έχω στις τάξεις μου μία ευρεία γκάμα ηλικιών -05 έως 75 χρονών- αλλά και μορφωτικού επιπέδου. Είναι, επίσης, πολύ ευτυχές το γεγονός πως οι περισσότεροι έρχονται αρκετά ενημερωμένοι τόσο για τη γλώσσα, όσο και για τις χώρες/πολιτισμούς που απαρτίζουν τον ισπανόφωνο κόσμο. Πέρα από το γεγονός ότι η Ισπανική είναι η επίσημη γλώσσα 22 χωρών, αποτελεί τη μητρική 400 εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά και μία γλώσσα που προσφέρει άμεση πρόσβαση στο εμπόριο, στις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα. Από ότι μας λένε όμως οι μαθητές, στη χώρα μας το πολιτιστικό υπόβαθρο που φέρει η γλώσσα του Μάρκες, του Πικάσσο και του Αλμοδόβαρ είναι ο βασικός παράγοντας που την καθιστά ιδιαίτερα δημοφιλή και προσιτή για τον μέσο έλληνα σπουδαστή.

Το “πέρασμα” στις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες κάνει η κα Ζωγοπούλου με ένα εξαιρετικά εύστοχο σχόλιο:

unnamed
(Τίνα Ζωγοπούλου)

Τώρα, για να το γειώσουμε λιγάκι και να το δούμε πιο πρακτικά, οι λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες είναι περιζήτητες στην αγορά εργασίας.

Παρακάτω η ίδια στέκεται από τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες στην τουρκική, την οποία και ομιλεί:

Τους δύο λαούς ενώνουν αιώνες κοινής πορείας γεμάτοι από χαρές και πίκρες. Κοιτάζει ο ένας τον άλλο στα μάτια και βλέπει τον εαυτό του. Βλέπει και τα ελαττώματά του και γι’ αυτό θυμώνει. Σήμερα, έχουν αναπτυχθεί οι εμπορικές συναλλαγές, ο τουρισμός, τα πολιτιστικά ανάμεσα στις δύο χώρες. Και στην Τουρκία συμβαίνει το ίδιο. Περιέργεια να μας γνωρίσει ως γείτονα, να μάθει τη γλώσσα μας, να ταξιδέψει στη χώρα μας. Όταν το 2005 ανακοίνωσα ότι θα βάλουμε τουρκικά στη σχολή, όλοι με κοίταξαν περίεργα. Τι γυρεύει η κυρία των ιταλικών με τους Τούρκους; «Τι γυρεύει ένας Υδραίος στη Λάρισα;». Σε ένα μήνα γίναμε επίσημοι αντιπρόσωποι του πανεπιστημίου Tömer της Άγκυρας και κέντρο πιστοποίησης για την τουρκική γλώσσα. Κάναμε εισαγωγές βιβλίων, εκδώσαμε και δικά μας. Συνεχίζουμε μέχρι σήμερα, με τη διαφορά ότι πλέον συνεργαζόμαστε για όλα τα παραπάνω με το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης.

Αρχής γενομένης με τα τουρκικά, η Ελένη καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα για τις γλώσσες -ας μου επιτραπεί η έκφραση- της προσφυγικής κρίσης:

Εφόσον η ερώτηση αφορά το προσφυγικό ζήτημα τότε θα είναι σημαντικό να δούμε πως και ποιους αυτό επηρεάζει ως προς την εκμάθηση ξένων γλωσσών… Πρόκειται για τους επαγγελματίες στον χώρο των ΜΚΟ ή άτυπων ομάδων καθώς και γενικότερα των δομών που ασχολούνται και έρχονται σε επαφή με προσφυγικό πληθυσμό. Σε αυτή την περίπτωση τα αραβικά ή φαρσί αλλά ακόμα και τα τούρκικά έχουν σίγουρα μια ανοδική τάση… Ωστόσο, και πάλι δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόσοι τελικά αποφασίζουν να μάθουν μια από τις συγκεκριμένες ξένες γλώσσες, λόγω του βαθμού δυσκολίας τους και του χρόνου ο οποίος χρειάζεται για ένα επαρκές επίπεδο επικοινωνίας.

Φεύγοντας από την Ανατολή -γεωγραφικά και γλωσσικά-, ο κ. Αλεβαντής μιλά για τις σλαβικές γλώσσες:

Πάντως, οι Έλληνες έμποροι είχαν πάντοτε πεδίο δράσης τον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης και από αυτή την άποψη η ενασχόληση με τις σλαβικές γλώσσες μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα χρήσιμη.

Χρήσιμες και το δίχως άλλο συναρπαστικές οι μη διαδεδομένες ξένες γλώσσες, ο Ματίας, όμως, επιστρέφει σε “ευρωπαϊκά μονοπάτια”:

Σίγουρα θα μπορούσε κανείς να πει ότι η γλώσσα της μηχανικής στην κεντρική Ευρώπη είναι τα Γερμανικά. Επομένως, για οποίον ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με τον χώρο αυτό εντός των συνόρων της Ευρώπης τα Γερμανικά αποτελούν μια πολύ δυνατή βάση.

6
(Ματίας Καγιάς)

Οι ξένες γλώσσες είναι αδιαμφισβήτητα μια ανοιχτή πρόκληση, ένα παράθυρο στον κόσμο. Όσο κλισέ κι αν γίνομαι, θέλω να τελειώσω αυτό το άρθρο με προτροπές και συμβουλές. Αρχικά, δια στόματος Ελένης:

Αρχικά θα συμβούλευα κάθε νέο σπουδαστή και μη να μάθει οπωσδήποτε τουλάχιστον μία ή και παραπάνω ξένες γλώσσες. Μπορεί να είναι κλισέ ως φράση, αλλά ισχύει ότι η εκμάθηση κάθε γλώσσας αποτελεί και ένα παράθυρο προς ένα νέο πολιτισμό. Έρχεσαι σε επαφή με νέες κουλτούρες και κοσμοαντιλήψεις πολύ διαφορετικές από τη δική μας. Δεν μπορώ να προτείνω κάποια συγκεκριμένη γλώσσα αλλά πιστεύω ότι όσο πιο «διαφορετική» τόσο το καλύτερο πχ. Σουαχίλι ή Hindu. Θα πρότεινα ωστόσο οπωσδήποτε τον καθένα να αναστοχαστεί, να δει ποια γλώσσα του αρέσει κυρίως (και δευτερευόντως ποια χρειάζεται να μάθει) και να πάρει την απόφαση αυτού του μεγάλου ταξιδιού!

2
(Ελένη Καρακίτσιου)

Η κα Ζωγοπούλου στέκεται στη σημασία της ελληνικής ως βάση για την εκμάθηση ξένων γλωσσών:

«Η ελληνική και η λατινική είναι οι μητέρες των γλωσσών». Θεωρώ ότι το καλύτερο πράγμα είναι να γεννηθεί κάποιος Έλληνας, αλλά να είναι «ωραίος ως Έλλην» και μετά να μάθει λατινικά ή ιταλικά. Από εκεί και πέρα θα είναι έτοιμος με γερές βάσεις για όλα τα «ταξίδια» στον κόσμο και στην ανθρωπότητα.

Ο κ. Αλεβαντής κλείνει αυτή την “κουβέντα” ίσως με τη σπουδαιότερη διαπίστωση:

Οι νέοι θα πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουν ότι παρόλο που τα Αγγλικά θεωρούνται η πιο διαδεδομένη πρώτη ξένη γλώσσα παγκοσμίως, τελικά, η «διεθνής γλώσσα του εμπορίου είναι η γλώσσα του πελάτη μας». Και αυτό σημαίνει όχι μόνο γνώση της γλώσσας από φιλολογικής σκοπιάς αλλά και γνώση του πολιτισμού, των συνηθειών ακόμη και της γλώσσας του σώματος και των διαλέκτων των ομιλητών της ξένης γλώσσας. Τέλος, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι σημασία δεν έχει μόνο να ξέρουμε ξένες γλώσσες αλλά και να μπορούμε να εκφράσουμε τις σκέψεις μας με πληρότητα και σαφήνεια – κάτι που κατ” αρχάς θα πρέπει να μπορούμε να κάνουμε στη μητρική μας γλώσσα.

cov3

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το 94% των μαθητών στην Ελλάδα μαθαίνει δύο ή και περισσότερες ξένες γλώσσες. Μετά την παραπάνω συζήτηση, φαίνεται πως τόσο επιλογές αλλά και όσο και οι προκλήσεις είναι πολλές! Εσείς ποια γλώσσα θα μάθετε;

Πηγή: Rizopoulos Post

YOGA with FRANKIE