Γιατί γινόμαστε γονείς; Είναι ίση η αγάπη γονιών και παιδιού; Η απάντηση του Μπουκάι

Από πού πηγάζει η επιθυμία μας να γίνουμε γονείς; Ποιο είναι το πραγματικό κίνητρο; Τι ζητάμε όταν θέλουμε ένα παιδί;

Ομολογώ ότι για πολύ καιρό (κι αφού είχα ήδη κάνει δύο παιδιά) δεν μπορούσα να απαντήσω σ” αυτήν την ερώτηση. Πελαγοδροµούσα µέσα στις εναλλακτικές κι όλο ανακάλυπτα κι άλλα κίνητρα (ατοµικά, ταπεινά, ακόµη και κερδοσκοπικό). Αναζήτησα -όπως κάνω συχνά όταν θέλω βοήθεια για να συνεχίσω να σκέφτομαι- την άποψη της γυναίκας μου, και τη ρώτησα χωρίς περιστροφές:
«Τι θέλει κάποιος όταν αποφασίζει να κάνει παιδί;»
Με εντυπωσιακή φυσικότητα μου έδωσε την απάντηση που έψαχνα:
«Είναι απλό. Θέλει ν” αγαπάει».
Μα βέβαια! Η απάντησή της με χτύπησε σαν µαστίγιο στον εγκέφαλο. Ήταν τόσο καθαρό εξαρχής! Γιατί δεν το έβλεπα νωρίτερα; Το δίχως άλλο, επειδή είµαι άντρας… Χρειαζόταν μια γυναίκα που να είναι και µητέρα για να δώσει την απάντηση. Ίσως πολλές αναγνώστριες (όχι αναγνώστες) είχατε βρει την απάντηση πολύ πριν από μένα, χωρίς να γυροφέρετε τόσο στο µυαλό σας την ερώτηση.

Ας πατήσουµε λοιπόν σ” αυτό το λαµπρό απόσπασµα θηλυκής σοφίας κι ας διατυπώσουµε την απάντησή µας στο ερώτηµα που θέσαµε:

Η επιθυμία μας να γίνουμε γονείς ανταποκρίνεται σε πολλά πράγματα, αλλά πιο πολύ και πάνω απ” όλα ανταποκρίνεται στην επιθυμία μας να δώσουμε αγάπη.

Κάνουμε παιδιά γι” αυτό: Για να μπορούμε να τ” αγαπάμε…

Βέβαια, αγαπάµε τα παιδιά µας και για πολλούς άλλους λόγους. Πάρα πολλούς. Γιατί θα βηµατίσουν στο κατόπι µας, γιατί θα μας κάνουν να νιώσουµε καλά, γιατί θα µας συντροφεύσουν, γιατί θα κάνουν όσα εµείς δεν µπορέσαμε ποτέ, µέχρι που θα µας φροντίσουν όταν γεράσουμε… Ο κατάλογος είναι µακρύς και μπορεί να τον δούµε αργότερα μαζί, κατά βάση όμως τ” αγαπάµε γιατί µπορούµε µέσα απ” αυτό να διοχετεύσουμε την ανάγκη µας ν” αγαπάµε.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται ένα σχόλιο, θεμελιώδες κατά τη γνώµη μας, αναφορικά µε µια διάκριση τεράστιας σηµασίας: η ανθρώπινη ανάγκη µας ν” αγαπάμε (που εκδηλώνεται από τη στιγµή που εµφανίζεται η ιδέα να κάνουµε παιδιά), έχει ελάχιστη ή καμία σχέση με την επίσης ανθρώπινη ανάγκη µας να µας αγαπάνε. Και στην ανάλυση που κάνουμε γι” αυτήν την ιδιαίτερη σχέση, η διαφορά αυτή παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.

Σε όλες τις άλλες συναισθηµατικές σχέσεις (ζευγάρια, φίλοι, σύντροφοι) επιδιώκουμε, λίγο-πολύ συνειδητά, κάποια αµοιβαιότητα. Περιµένουµε και απαιτούµε οι άλλοι να µας θέλουν όπως τους θέλουµε, να μας αναγνωρίζουν όπως τους αναγνωρίζουµε, να µας αγαπάνε όπως τους αγαπάµε. Με τα παιδιά δεν είναι έτσι, κι όταν προσπαθούµε να το κάνουμε να γίνει έτσι, είναι σαν να τους ζητάµε το αδύνατο. Τα παιδιά μας θα είναι, πράγματι, ικανά να νιώσουν µια αγάπη με το µέγεθος και τα χαρακτηριστικά της δικής µας αγάπης προς αυτά, µόνον αργότερα, όταν οι αποδέκτες θα είναι τα δικά τους παιδιά.

Βέβαια είναι πιθανό, ευκταίο και σύνηθες, τα παιδιά ν” αγαπούν επίσης τους γονείς τους. Αυτό, όµως, δεν είναι εγγενές στη σχέση και µάλλον εξαρτάται από την κοινή τους ιστορία (όπως συµβαίνει και σε οποιαδήποτε άλλη σχέση).

Πράγµατι, αν µια μητέρα ή ένας πατέρας δεν αισθάνονται αγάπη για το παιδί τους, εγώ, ως ψυχίατρος, οφείλω να καταλάβω ότι κάτι πολύ άσχηµο συμβαίνει στο μυαλό της γυναίκας ή του άντρα. Αντιθέτως, αν μια κόρη ή ένας γιος δεν αγαπάνε τη µητέρα ή τον πατέρα τους, εγώ, ως επαγγελματίας, δεν μπορώ να πω χωρίς να το διερευνήσω ότι εκεί κρύβεται κάτι παθολογικό. Θα χρειαστεί οπωσδήποτε να εξετάσω τη σχέση τους και τα γεγονότα που έχουν βιώσει πριν καταλήξω στην αιτία -αν υπάρχει αιτία- της αδιαφορίας.

Η σχέση μεταξύ γονέων και παιδιών δεν είναι δρόµος διπλής κυκλοφορίας, όπου όσοι πάνε προς τη µια άλλοι τόσοι έρχονται απ” την άλλη. Χωρίς να φτάνουμε στο σημείο να τον βλέπουµε σαν µονόδρομο (µε μόνο τους γονείς να κινούνται προς τα παιδιά), σίγουρα υπάρχει -και πρέπει να υπάρχει- πολύ πυκνότερη κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση παρά από την αντίθετη.

Εξ ορισµού και εκ φύσεως, ο δεσμός ανάµεσα στους γονείς και τα παιδιά είναι ασύµµετρος, άνισος και ετεροβαρής… πάντα υπέρ των παιδιών. Οι γονείς έχουν µεγαλύτερες ευθύνες από τα παιδιά, περισσότερες υποχρεώσεις, λιγότερα οφέλη, και πρέπει να είναι πάντα πρόθυμοι να δώσουν περισσότερα και να πάρουν λιγότερα.

Αν κάποιος πει: «Αυτό είναι πολύ άδικο», μπορούμε να του απαντήσουμε µε δύο τρόπους:

Από τη µία, δεχόµενοι ότι είναι πράγµατι άδικη αυτή η κατάσταση… «Ναι, είναι άδικη. Και λοιπόν;»

Θα είχε νόημα να µιλήσουµε για δικαιοσύνη και ίση µοιρασιά µόνον αν είχε προϋπάρξει κάποιο είδος συµφωνίας. Τέτοια συµφωνία, όμως, δεν υπήρξε. Η απόφαση ότι θα έρθει στον κόσµο ένα παιδί ήταν απολύτως µονοµερής (των γονέων), συνεπώς κανείς δεν µπορεί να απαιτήσει από τα παιδιά να σεβαστούν µιαν απόφαση στην οποία δεν είχαν καν δικαίωμα λόγου. Το ίδιο πράγµα φωνάζουν οι έφηβοι σ” όλον τον κόσµο όταν µαλώνουν µε τους γονείς τους: «Δεν σου ζήτησα εγώ να με γεννήσεις»… Και το χειρότερο σ” αυτήν την περίπτωση είναι πως έχουν δίκιο, ακόµη κι αν το λένε µε κακό τρόπο και σε περιστάσεις όπου σχεδόν πάντα τα επιχειρήµατά τους είναι αβάσιµα και τα παράπονά τους (αυτό, ναι!) τελείως αδικαιολόγητα. Ένας πατέρας πιο άνετος και λιγότερο θυµωμένος, θα μπορούσε ν” απαντήσει: «Είναι αλήθεια, παιδί μου, πως δεν ήταν δική σου η απόφαση ήταν δική µας και χαίρομαι που την πήραµε. Όσο για σένα, θα πρέπει οπωσδήποτε v” αναλάβεις την ευθύνη της ζωής σου σαν να την είχες ζητήσει, αν δε θέλεις να την καταστρέψεις».

Από την άλλη, μπορεί να µην είναι και τόσο άδικη. Σαν αποζημίωση για τον μεγάλο κόπο και την ευθύνη που συνεπάγεται ο ρόλος του πατέρα ή της μητέρας, η ανταμοιβή μας είναι επίσης πάρα πολύ μεγάλη. Η φράση που ενέπνευσε αυτήν εδώ τη σκέψη έκανε μια μέρα την εμφάνισή της σ” έναν τοίχο του Μπουένος Άιρες. Το τεράστιο γκράφιτι έλεγε:

«Κάλλιο να “χεις παιδιά παρά γονείς»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Γονείς και παιδιά» των Χόρχε και ο Ντεμιάν Μπουκάι. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Opera για την ευγενική παραχώρηση του υλικού.

ΠΗΓΗ: http://www.boro.gr

YOGA with FRANKIE